Τό Καθολικό της Μονής οἰκοδομήθηκε τὸ 1695 στὴ θέση παλαιότερου, ποὺ εἴτε εἶχε ὑποστεῖ ἀνεπανόρθωτη φθορὰ ἀπὸ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου εἴτε δὲν κάλυπτε πλέον τὶς ἀνάγκες τῆς ἀδελφότητος. Πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδό  του, σὲ ἐντοιχισμένη μαρμάρινη κτητορικὴ ἐπιγραφή, ἀναγράφονται χαρακτηριστικὰ μὲ βυζαντινὰ γράμματα τὰ ἑξῆς:

ΑΝΕΚΑΙΝΙCΘΗ ΕΚ ΒΑΡΑΘΡΩΝ

Ο ΘΕΙΟC ΚΑΙ ΠΑΝCΕΠΤΟC ΝΑΟC ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ

ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΔΙΑ ΔΑΠΑΝΗC ΤΟΥ ΟCΙΩΤΑΤΟΥ

ΕΝ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΙC ΚΥΡ ΑΡCΕΝΙΟΥ

ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΝΑΟΥ ΑΧϟΕ’

AΠΡΙΛΛΙ(ΟΥ)

Ἡ μαρμάρινη κτητορική ἐπιγραφή πάνω ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ Καθολικοῦ.

   Τὸ Καθολικὸ εἶναι Ναὸς σταυροειδὴς τετρακίονος μὲ τροῦλλο. Χαρακτηριστικὸ του γνώρισμα -ποὺ παραπέμπει ἴσως στὴν ἀλλοτινὴ Σταυροπηγιακή του ἰδιότητα καὶ ὁπωσδήποτε δηλώνει βυζαντινή ἐπίδραση - εἶναι οἱ δύο ἁψίδες -βόρεια καὶ νότια- μὲ λειτουργική χρήση χορῶν κατά τὸν ἁγιορείτικο τύπο.

   Τὸ Καθολικό ἔχει κατασκευασθεῖ μὲ πελεκητὴ πέτρα τοποθετημένη ἐπιμελῶς καὶ ἁρμολογημένη μὲ κονίαμα. Μεγάλα τμήματα πορόλιθων τοῦ 15ου ἤ 16ου αἰῶνα στὴν ἀνατολική κυρίως πλευρά προέρχονται ἐνδεχομένως ἀπό τὸν προγενέστερο Ναό.

   Τά κιονόκρανα εἶναι μαρμάρινα καὶ παριστάνουν ἑλικοειδή ἄκανθα. Οἱ «φαγωμένες» ἀκμές τῶν τοίχων τῆς προσόψεως τοῦ Καθολικοῦ παραπέμπουν σὲ ἀρχιτεκτονική ἰδιορρυθμία τῶν κτιρίων τῆς Βενετίας τοῦ 16ου αἰῶνα.

   Ἔτσι τοποθετεῖται τοπικά καὶ χρονικά στὸ σταυροδρόμι τῶν καλλιτεχνικῶν ρευμάτων ἀνατολῆς καὶ δύσης τοῦ 17ου αἰῶνα, συμπλέκει ἁρμονικά στὸ λιτό καὶ ἐπιβλητικό ἀρχιτεκτονικό του σύνολο βυζαντινές καὶ δυτικές ἐπιδράσεις ποὺ τοῦ προσδίδουν ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον.

   Στὰ ἀριστερά, τμῆμα ἀπὸ θωράκιο βυζαντινῆς τέχνης, πού ἀνάγεται στὸν 11ο αἰῶνα, παριστάνει ἀετὸ ποὺ ἁρπάζει μὲ τὰ νύχια καὶ τὸ ῥάμφος του λαγό. Πρόκειται ἐνδεχομένως γιὰ τὸ μοναδικό θωράκιο ποὺ διασώθηκε ἀπό τὸ τέμπλο τοῦ ἀρχικοῦ Ναοῦ, πού χρησιμοποιεῖται ἐδῶ ὡς διακοσμητικό.

2. Τμῆμα βυζαντινοῦ θωρακίου ἀπό το

Τμῆμα βυζαντινοῦ θωρακίου ἀπό τὸν 11ο αἰώνα. Ἐντοιχισμένο στὴν πρόσοψη τοῦ Καθολικοῦ, παριστάνει ἀετό ποὺ ἁρπάζει λαγό.

   Στὰ δεξιά, βρίσκεται ἐντοιχισμένο οἰκόσημο Βενετοῦ ἄρχοντα ἀπό τόν 15ο αἰῶνα μὲ ἀνάγλυφη συμβολικὴ παράσταση: μέσα σὲ ἀσπιδόμορφο πλαίσιο εἰκονίζεται φτερὸ καὶ πόδι πουλιοῦ, ἐνῶ στὰ πλάγια κρέμονται κροσσωτὲς ταινίες κάτω ἀπὸ τὶς ὁποῖες εἶναι χαραγμένα τὰ γράμματα Τ καὶ Ο. Εἰκάζεται ἔτσι ἡ σχέση τῆς Μονῆς μὲ τὴ Λατινικὴ Ἀρχιεπισκοπὴ Ναυπάκτου (Lepanto), ποὺ εἶχε ἐγκατασταθεῖ ἀπό τὸν Ταραντῖνο Φίλιππο στὴν πόλη (1307 -1499) ἢ μὲ τὴ Βενετικὴ διοίκησή της (1407 - 1499). Ἀνάμεσα στὰ δυὸ ἀνάγλυφα  κυριαρχεῖ ἡ κτητορικὴ ἐπιγραφή.

4..JPG

Οἱ «φαγωμένες» ἀκμές τῶν τοίχων τῆς προσόψεως παραπέμπουν σὲ ἀρχιτεκτονική ἰδιορρυθμία τῶν κτιρίων τῆς Βενετίας τοῦ 16ου αἰ.

Βενετσιάνικο οἰκόσημο τοῦ 15ου αἰῶνα ποὺ εἰκονίζει φτερό καὶ πόδι πτηνοῦ μέσα σὲ ἀσπιδόμορφο πλαίσιο. Διακοσμεῖ τὴν πρόσοψη τοῦ Καθολικοῦ.